Timothy Ryback, Η Βιβλιοθήκη του Χίτλερ
Τα βιβλία που επηρέασαν τη ζωή του, Αθήνα, 2011, εκδόσεις Πατάκη, 445 σελ.
«Πόσες προόδους κάνουµε. Στο Μεσαίωνα θα έκαιγαν εµένα· στις µέρες µας αρκούνται να καίνε τα βιβλία µου.» Σίγκµουντ Φρόυντ
Λίγο µόλις καιρό έπειτα από την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, ο Βάλτερ Μπένγιαµιν (Walter Benjamin) εγκαταλείπει εσπευσµένα τη Γερµανία προκειµένου να αποφύγει την πιθανή σύλληψή του από το ναζιστικό καθεστώς. Ο διαπρεπής γερµανο-εβραίος στοχαστής και ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους της κριτικής θεωρίας του περασµένου αιώνα, αναγκάζεται να αποχωριστεί την αγαπηµένη συλλογή βιβλίων του και µαζί µε τους συντρόφους του επιχειρεί να διαφύγει στις ΗΠΑ µέσω της Μασσαλίας. Η θλιβερή κατάληξη είναι, περισσότερο ή λιγότερο, γνωστή, µε τον Μπένγιαµιν να συλαµβάνεται από ισπανούς συνοριοφύλακες και τελικά να αυτοκτονεί µε µια χούφτα χάπια µορφίνης. Για την πρώην φοιτήτριά του Χάνα Άρεντ, η τραγική πράξη του ήταν µάλλον ευεξήγητη καθώς αναλογιζόταν την υπαρξιακή σχέση του λαµπρού αυτού πνεύµατος µε τον κόσµο των λέξεων: «Πώς θα ζούσε χωρίς βιβλιοθήκη;»
Για τον Μπένγιαµιν, τα βιβλία δεν αποτελούσαν... µόνο αντικείµενο επαγγελµατικής ενασχόλησης και µέσο βιοπορισµού, µορφή ψυχαγωγίας και πολύτιµο ψυχολογικό καταφύγιο σε δύσκολες προσωπικές στιγµές. Μία ιδιωτική συλλογή βιβλίων αποκαλύπτει έναν ιδιαίτερο συναισθηµατικό δεσµό ανάµεσα στις τυπωµένες σελίδες και τον ιδιοκτήτη τους. Οι ιδιαίτερες περιστάσεις της απόκτησης των βιβλίων και οι τρόποι µεταχείρισής τους, προσδίδουν σε µια βιβλιοθήκη µια σηµασία που εκτείνεται πέραν της απλής συλλογής και, στην πραγµατικότητα, αποτελούν ουσιαστικό στοιχείο της προσωπικής βιογραφίας του βιβλιόφιλου. Αποκαλύπτουν πλήθος στοιχείων για την προσωπικότητα του κατόχου τους, τη σχέση του µε την εποχή του, αλλά και την ίδια την πορεία των βιβλίων στο χρόνο, µε τρόπο που «αποκτούν δική τους ζωή». Σε µια υπέροχη αποστροφή του λόγου του ο Μπένγιαµιν υποστηρίζει ότι, «ο αναγνώστης ζει µέσα στα βιβλία του», κάτι που βέβαια καθιστά τον αποχωρισµό τους σχεδόν δυσβάσταχτη απώλεια.
Η ιδιαίτερη αντιµετώπιση των βιβλίων εκείνης της ταραγµένης περιόδου φαίνεται να επιβεβαιώνει τους ισχυρισµούς του Μπένγιαµιν. Η συγκέντρωση και το µαζικό κάψιµο των βιβλίων σε ειδικές τελετές, ξεπερνά τους συνήθεις σκοπούς της απαγόρευσης και της λογοκρισίας που χαρακτηρίζουν τα δικτατορικά καθεστώτα. Αντίθετα, στη χιτλερική Γερµανία η καταστροφή των βιβλίων αποκτά θεσµική διάσταση και στοχεύει στη συµβολική εξόντωση των συγγραφέων και τη διαγραφή των ιδεών τους από την Ιστορία. Επιχειρώντας έναν παραλληλισµό, θα σταθούµε στις οµοιότητες των πρακτικών του ναζιστικού καθεστώτος µε τις διαδικασίες «εξάλειψης της µνήµης» που συνόδευαν τη φυσική εξόντωση των αντιπάλων, στις οποίες αρεσκόταν το ολοκληρωτικό καθεστώς της σταλινικής Σοβιετικής Ένωσης.
«Πόσες προόδους κάνουµε. Στο Μεσαίωνα θα έκαιγαν εµένα· στις µέρες µας αρκούνται να καίνε τα βιβλία µου.» Σίγκµουντ Φρόυντ
Λίγο µόλις καιρό έπειτα από την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, ο Βάλτερ Μπένγιαµιν (Walter Benjamin) εγκαταλείπει εσπευσµένα τη Γερµανία προκειµένου να αποφύγει την πιθανή σύλληψή του από το ναζιστικό καθεστώς. Ο διαπρεπής γερµανο-εβραίος στοχαστής και ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους της κριτικής θεωρίας του περασµένου αιώνα, αναγκάζεται να αποχωριστεί την αγαπηµένη συλλογή βιβλίων του και µαζί µε τους συντρόφους του επιχειρεί να διαφύγει στις ΗΠΑ µέσω της Μασσαλίας. Η θλιβερή κατάληξη είναι, περισσότερο ή λιγότερο, γνωστή, µε τον Μπένγιαµιν να συλαµβάνεται από ισπανούς συνοριοφύλακες και τελικά να αυτοκτονεί µε µια χούφτα χάπια µορφίνης. Για την πρώην φοιτήτριά του Χάνα Άρεντ, η τραγική πράξη του ήταν µάλλον ευεξήγητη καθώς αναλογιζόταν την υπαρξιακή σχέση του λαµπρού αυτού πνεύµατος µε τον κόσµο των λέξεων: «Πώς θα ζούσε χωρίς βιβλιοθήκη;»
Για τον Μπένγιαµιν, τα βιβλία δεν αποτελούσαν... µόνο αντικείµενο επαγγελµατικής ενασχόλησης και µέσο βιοπορισµού, µορφή ψυχαγωγίας και πολύτιµο ψυχολογικό καταφύγιο σε δύσκολες προσωπικές στιγµές. Μία ιδιωτική συλλογή βιβλίων αποκαλύπτει έναν ιδιαίτερο συναισθηµατικό δεσµό ανάµεσα στις τυπωµένες σελίδες και τον ιδιοκτήτη τους. Οι ιδιαίτερες περιστάσεις της απόκτησης των βιβλίων και οι τρόποι µεταχείρισής τους, προσδίδουν σε µια βιβλιοθήκη µια σηµασία που εκτείνεται πέραν της απλής συλλογής και, στην πραγµατικότητα, αποτελούν ουσιαστικό στοιχείο της προσωπικής βιογραφίας του βιβλιόφιλου. Αποκαλύπτουν πλήθος στοιχείων για την προσωπικότητα του κατόχου τους, τη σχέση του µε την εποχή του, αλλά και την ίδια την πορεία των βιβλίων στο χρόνο, µε τρόπο που «αποκτούν δική τους ζωή». Σε µια υπέροχη αποστροφή του λόγου του ο Μπένγιαµιν υποστηρίζει ότι, «ο αναγνώστης ζει µέσα στα βιβλία του», κάτι που βέβαια καθιστά τον αποχωρισµό τους σχεδόν δυσβάσταχτη απώλεια.
Η ιδιαίτερη αντιµετώπιση των βιβλίων εκείνης της ταραγµένης περιόδου φαίνεται να επιβεβαιώνει τους ισχυρισµούς του Μπένγιαµιν. Η συγκέντρωση και το µαζικό κάψιµο των βιβλίων σε ειδικές τελετές, ξεπερνά τους συνήθεις σκοπούς της απαγόρευσης και της λογοκρισίας που χαρακτηρίζουν τα δικτατορικά καθεστώτα. Αντίθετα, στη χιτλερική Γερµανία η καταστροφή των βιβλίων αποκτά θεσµική διάσταση και στοχεύει στη συµβολική εξόντωση των συγγραφέων και τη διαγραφή των ιδεών τους από την Ιστορία. Επιχειρώντας έναν παραλληλισµό, θα σταθούµε στις οµοιότητες των πρακτικών του ναζιστικού καθεστώτος µε τις διαδικασίες «εξάλειψης της µνήµης» που συνόδευαν τη φυσική εξόντωση των αντιπάλων, στις οποίες αρεσκόταν το ολοκληρωτικό καθεστώς της σταλινικής Σοβιετικής Ένωσης.
Όµως και για τους διωκώµενους από το καθεστώς διανοούµενους και συγγραφείς, η διάσωση των βιβλίων τους αποκτά ισοδύναµη σηµασία µε την προσωπική επιβίωσή τους, καθώς πολλοί από τους οποίους επιχειρούν τη διάσωση των συλλογών τους µε τεράστιο οικονοµικό κόστος και ανυπολόγιστους προσωπικούς κινδύνους. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αγωνιώδεις πρασπάθειες του Σίγκµουντ Φρόυντ να εγκαταλείψει τη Βιέννη και να µεταβεί στο Λονδίνο έχοντας πρηγουµένως διασφαλίσει τη µεταφορά του µεγαλύτερου µέρους της πρσωπικής συλλογής βιβλίων και- κυρίως- αντικειµένων του (αγαλµατίδια, κ.λπ.), που, πέρα από ιδιαίτερη σηµασία ως επαγγελµατκά εργαλεία, είχαν και ανεκτίµητη για τον ίδιο γνωστική και συναισθηµατική αξία.
Φαντάζει ίσως αντιφατικό αλλά ο Αδόλφος Χίτλερ, ο ανηλεής διώκτης κάθε διαφορετικής άποψης και συµπλεγµατικός παρατηρητής του κόσµου των γραµµάτων, υπήρξε ο ίδιος ένας µανιώδης συλλέκτης και αναγνώστης βιβλίων. Μέχρι την ηλικία των πενήντα έξι ετών, όταν και θα δώσει τέλος στη ζωή του, η ιδιωτική συλλογή του παρανοϊκού τυράννου αριθµούσε περί τους δέκα έξι χιλιάδες τίτλους βιβλίων. Από τη συλλογή αυτή, σήµερα διασώζονται γύρω στους χίλιους διακόσιους τίτλους, το µεγαλύτερο µέρος των οποίων βρίσκεται στο κτίριο Τόµας Τζέφερσον της Ουάσινγκτον. Ακολουθώντας τη σκέψη του Μπένγιαµιν, τι θα µπορούσε να µας αποκαλύψει η προσεκτική µελέτη της σωζόµενης συλλογής του Χίτλερ για τα κίνητρα και τους απώτερους σκοπούς αυτού του σκοτεινού µυαλού, η παροιµιώδης µυστικοπάθεια και η απόµακρη συµπεριφορά του οποίου δυσχεραίνουν τις ερµηνευτικές προσεγγίσεις της προσωπικότητάς του από τους ιστορικούς της περιόδου.
Αυτό είναι το περίγραµµα του εξαιρετικού δοκιµίου του αµερικανού συγγραφέα Timothy Ryback µε τον τίτλο Η Βιβλιοθήκη του Χίτλερ, µε τον χαρακτηριστικό υπότιτλο «τα βιβλία που επηρέασαν τη ζωή του», που µόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη, στην ιδιαίτερα φροντισµένη σειρα πολιτικσµικής θεωρίας και κριτικής που επιµελείται ο Χαρης Βλαβιανός και εµπλόυτίζεται συνεχώς µε ενδιαφέροντες τίτλους. Ο Ryback, µε κοπιώδη προσωπική έρευνα στο πρωτογενές υλικό και σε δευτερογενείς πηγές, επιχειρεί να προσεγγίσει τον Χίτλερ, µε οδηγό το περίφηµο δοκίµιο του Μπένγιαµιν για την ανάγνωση και τις βιβλιοφιλικές συνήθειες. Τι διάβαζε (και εξίσου σηµαντικό, τι δεν διάβαζε), οι σηµειώσεις στα περιθώρια και οι υπογραµµίσεις, οι ατσαλάκωτες σελίδες και οι σπασµένες ράχες, οι σπάνιες εκδόσεις και οι αφιερώσεις, βοηθούν τον συγγραφέα να σκιαγραφήσει τον αναγνώστη Χίτλερ και κατ’ αυτό τον τρόπο να συνδέσει την προσωπικότητά του µε τις καταστροφικές πολιτικές επιλογές του. Και επιλέγει ορισµένα µόνο από αυτά- τα πλέον χαρακτηριστικά- ακολουθώντας την άποψη του Μπένγιαµιν πως µόνο το ένα δέκατο µιας βιβλιοθήκης διαβάζετε από τον κάτοχό της.
Ο ΚΑΘΑΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΑΜΒΑ
Ο Ryback ορθά ξεκινά την περιήγησή του στις αναγνωστικές προτιµήσεις του Χίτλερ µε τα διαβάσµατά του στα χαρακώµατα του α΄ παγκοσµίου πολέµου. Εκεί όπου ο πάµπτωχος δεκανέας-αγγελιοφόρος προτιµά να επενδύει τα ελάχιστα χρήµατά του στην αγορά βιβλίων και να περνά τον περιορισµένο χρόνο των αδειών του από το µέτωπο των στρατιωτικών επιχειρήσεων σε επισκέψεις µουσείων και αξιοθέατων, τη στιγµή που οι συνάδελφοι του επιζητούν την ερωτική συντροφιά γυναικών και την κατανάλωση αλκοόλ. Τα αναγνώσµατα του Χίτλερ αποκαλύπτουν όχι µόνο τα καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα ενός αποτυχηµένου ζωγράφου και αρχιτέκτονα, αλλά και τα πρώιµα στοιχεία της µετέπειτα ιδεολογικής συγκρότησής του. Αγαπηµένο του βιβλίο, το οποίο συνήθιζε να µεταφέρει στην ταλαιπωρηµένη χλαίνη του ήταν µια πολυτελής έκδοση του έργου του Μαξ Όσµπορν Βερολίνο, το οποίο είχε αποκτήσει στη,
µάλλον απαγορευτική για τα οικονοµικά του, τιµή των τεσσάρων µάρκων. Το έργο δεν περιορίζεται στα όρια ενός συνηθισµένου ταξιδιωτικού οδηγού καθώς, ο κριτικός τέχνης Μαξ Όσµπορν εκφράζει τον πρωσικό σωβινισµό του στην αρχιτεκτονική. Περισσότερο σηµαντικό όµως αποδεικνύεται το όραµα του Όσµπορν να «αποκαθάρει» το Βερολίνο από τις ξένες επιρροές και τεχνοτροπίες που νοθεύουν την πρωσική καθαρότητα του Βερολίνου (µιας «Σπάρτης πάνω στον ποταµό Σπρέε»). Ο αυστριακός στοχαστής Καρλ Πόππερ στο κορυφαίο έργο του Η Ανοιχτή Κοινωνία και οι Εχθροί της ασκεί σφοδρή κριτική στην αισθητική σύλληψη της κοινωνικής πραγµατικότητας και στα σχέδια κοινωνικής µηχανικής που αποσκοπούν σε αυτό που ονοµάζει «καθαρισµό του καµβά». Και είναι παραπάνω από προφανείς οι αντιστοιχίες του καλλιτεχικού οράµατος του Όσµπορν µε το πολιτικό όραµα του Χίτλερ. Όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Ryback, «Σε αντίθεση µε τον Όσµπορν, όµως, που δεν µπορούσε παρά να υµνεί, να θρηνολογεί, ή να διακωµωδεί, ο Χίτλερ το 1941, διέθετε τη ζέση και τα µέσα να ανατρέψει το παρελθόν.
‘Θέλουµε να εξαλείψουµε καθετί άσχηµο στο Βερολίνο, και ό,τι αποκτήσει τώρα θα πρέπει να συνιστά την επιτοµή όλων αυτών που είµαστε ικανοί να πετύχουµε µε τα σύγχρονα µέσα’ δήλωσε. ‘Όποιος εισέρχεται στην Καγκελαρία του Ράιχ θα πρέπει να διακατέχεται από την αίσθηση ότι στέκεται ενώπιων των κυρίαρχων του κόσµου, και ακόµη και η πορεία µέσω της αψίδας του θριάµβου στους φαρδιούς δρόµους µετά το Μνηµείο του Στρατιώτη προς την Πλατεία του Λαού θα πρέπει να του κόβει την ανάσα.’ Προέβλεψε ότι µια µέρα το Βερολίνο θα ανδεικνυόταν ‘πρωτεύουσα του κόσµου’» (σελ. 55-56).
Στον πολιτικό καµβά της Γερµανίας και της Ευρώπης που σχεδιάζε ο Χίτλερ δεν είχε θέση ένα πλήθος κοινωνικών οµάδων που δεν ταίριαζαν µε τα αισθητικά πρότυπα του ναζισµού.
Ι∆ΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ
∆ιατρέχοντας τη συλλογή των βιβλίων του, γίνεται ολοφάνερη η εργαλειακή χρήση της ανάγνωσης από τον Χίτλερ. Ο ηγέτης του ναζισµού δεν διαβάζε για να διευρύνει τους πνευµατικούς ορίζοντες του, αλλά για να ενισχύσει τις ήδη διαµορφωµένες πεποιθήσεις του, να ενισχύσει το πολιτικό του επιχείρηµα. Η ανάγνωση τίθεται στην υπηρεσία της ιδεολογίας και όχι της γνώσης. Πώς όµως συγκροτήθηκε το αρχικό πλαίσιο των πεποιθήσεων του; O Ryback στέκεται ιδιαίτερα στη σχέση του Χίτλερ µε τον µέντορά του Ντίτριχ Έκαρτ. Ο Έκαρτ, µέτριος θεατρικός συγραφέας και παραγωγός, εκδότης ακροδεξιών εντύπων και χρηµατοδότης εξτρεµιστικών πολιτικών οργανώσεων, έθεσε τον νεαρό Χίτλερ υπό την προστασία του. Του αγόρασε την πρώτη γκαµπαρντίνα, τον προώθησε στους φιλικούς πολιτικούς κύκλους του και διαµόρφωσε σταδιακά τη δηµόσια εικόνα του. Ο σεβασµός των δυο αντρών υπήρξε αµοιβαίος. Ο Χίτλερ συχνά αποκαλούσε τον Έκαρτ «πολιτικό αστέρα» του ναζισµού, ενώ αυτός τις τελευταίες στιγµές της ζωής του λέγεται πως δήλωσε, µάλλον αυτάρεσκα: «Ακολουθήστε τον Χίτλερ! Εκείνος θα χορεύει, αλλά εγώ παρήγγειλα τον σκοπό!» (σελ 66). Κάτω από την επιρροή του Έκαρτ, ο Χίτλερ σχηµατοποιεί και ισχυροποιεί τον πρώιµο και ακατέργαστο αντισιωνισµό του και τον συνδέει µε τον αντι-µπολσεβικισµό. Αυτή η πολύπλευρη σχέση των δύο ανδρών, σύµφωνα µε τον Ryback, φαίνεται να περικλείεται στη θεατρική διασκευή του ποιήµατος του Ερρίκου Ίψεν Πέερ Γκυντ από τον Έκαρτ, αντίτυπο της οποίας βρέθηκε στη συλλογή του Χίτλερ µε την αφιέρωση «στον αγαπηµένο µου φίλο». Ο ήρωας του θεατρικού έργου, έπειτα από µακρά περιπλάνηση µε σκοπό να γίνει κυρίαρχος του κόσµου, επιστρέφει στον τόπο του έχοντας µόνο προκαλέσει µια σειρά καταστροφών και τελικά ζητά και βρίσκει συγχώρεση στην αγκαλιά της αγαπηµένης του Σόλβεϊγ. Ο Ryback δεν χάνει την ευκαιρία να επισηµάνει τις προφανείς οµοιότητες µε τον θάνατο του Χίτλερ στο πλευρό της Εύας Μπράουν, κάτω από το κρεµασµένο στον τοίχο πορτρέτο της µητέρας του.
ΨΕΥ∆Ο-ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Το ρατσιστικό παραλήρηµα του Χίτλερ τροφοδοτήθηκε από τις ψευδο-επιστηµονικές θεωρίες που την περίοδο εκείνη βρίσκονταν σε άνθηση και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Ανάµεσά τους κυριαρχεί το βιβλίο του Μάντισον Γκραντ, Ο Θάνατος της Σπουδαίας Φυλήςή η Φυλετική Βάση της Ευρωπαϊκής Ιστορίας, όπου ο αµερικανός συγγραφέας εκθειάζει τη συµβολή της νορδικής φυλής στη διαµόρφωση της Ευρώπης, αναλύει τις ιστορικές διαδικασίες του εκφυλισµού της και προβάλλει τα πλεονεκτήµατα της φυλετικής καθαρότητας. Ο Χίτλερ παρακολουθούσε µε ιδιαίτερο ενδιαφέρον τους αµερικανούς ευγονιστές, όπως αποδεικνύουν οι αφιερώσεις του σε βιβλία που τους έστελνε, ενώ υπήρξαν αρκετές αναφορές σε οµιλίες του στον Γκραντ. Προκειµένου να αντιληφθούµε το πνεύµα της εποχής, αξίζει ίσως να αναφέρουµε ότι η τότε αµερικανική κυβέρνηση είχε αναθέσει στον Γκραντ να επεξεργαστεί τον ανώτερο επιτρεπόµενο αριθµό µεταναστών για τις ΗΠΑ, ενώ ο ίδιος είχε ασχοληθεί µε νοµοθετήµατα ευγονικής σε αµερικανικές πολιτείες. Ο Χίτλερ, σε συµφωνία µε τον Γκράντ, παραδεχόταν ότι το γερµανικό έθνος δεν συνιστούσε πια µία «καθαρή φυλή», ωστόσο θεωρούσε πως ήταν δυνατή η αντιστροφή αυτού του φαινοµένου και αυτό ήταν το σχέδιο που ήθελε να πραγµατοποιήσει.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΣΤΗ ΣΥΓΓΡΑΦΗ
Ο Χίτλερ, προκειµένου να εξηγήσει το αναγνωστικό πάθος του («διαβάζω ένα, ακόµη και δυο, βιβλία κάθε βράδυ»), συχνά επαναλάµβανε ότι «για να δώσεις πρέπει να πάρεις». Σε µια αντιστροφή αυτής της άποψης, επιχείρησε να µεταβληθεί ο ίδιος σε συγγραφέα. Οι τρεις τόµοι του πονήµατός του Ο Αγών Μου (Mein Kampf) αποκαλύπτουν την ελλειπή µόρφωση, την ηµιµάθεια, τον ανορθολογισµό και τις ιδεοληψίες του συγγραφέα. Ειδικά ο πρώτος τόµος που γράφτηκε στη φυλακή όταν εξέτειε την ποινή του για το αποτυχηµένο «πραξικόπηµα της µπιραρίας», προκάλεσε γενική θυµηδία. Έτσι, πληροφορούµαστε ότι µια εφηµερίδα εξέφρασε «αµφιβολίες για τη διανοητική κατάσταση του συγγραφέα», ενώ η αντιµετώπιση του βιβλίου δεν ήταν διαφορετική στους ναζιστικούς κύκλους (λέγεται πως ο Γκέρινγκ έβαλε τα γέλια όταν ρωτήθηκε εάν είχε διαβάσει το βιβλίο). Με τον επόµενο τόµο δεν ασχολήθηκε σχεδόν κανένας, ενώ ο τρίτος τόµος που αφορούσε την εξωτερική πολιτική δεν εκδόθηκε ποτέ και το χειρόγραφο έµεινε ξεχασµένο στο χρηµατοκιβώτιο του εκδοτικού οίκου καθώς ο Χίτλερ θεώρησε ότι το περιεχόµενό του δεν εξυπηρετούσε την πολιτική στρατηγική του. Ο Χίτλερ-συγγραφέας δεν διαφέρει από τον Χίτλερ-αναγνώστη. Γράφει όπως ακριβώς διαβάζει- µε σκοπιµότητα (ο ίδιος δεν δίστασε µάλιστα να παραδεχτεί πως δεν ήταν συγγραφέας).
Αξίζει να σηµειώσουµε ότι, ως κύρια πηγή έµπνευσης του έργου του ο Χίτλερ αναφέρει τον αµερικανό επιχειρηµατία Χένρυ Φορντ και το βιβλίο του Ο ∆ιεθνής Εβραίος, ενώ το πορτρέτο του Φορντ κοσµούσε τον ιδιωτικό χώρο εργασίας του. Ο Χίτλερ θεωρούσε τον Φορντ «πηγή έµπνευσης» και «τον σπουδαιότερο όλων», ενώ οι αστείες εµµονές του µε τα χαλκευµένα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, δεν τον αποθάρρυναν στο ελάχιστο.Η προφανής άρνηση της πραγµατικότητας,θα τον συνόδευε σε όλη τη διάρκεια της ζωής του.
ΕΠΙΜΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΠΑΙ∆ΕΥΤΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ
Ο τετρασέλιδος κατάλογος των επιλογών του Χίτλερ στη δανειστική βιβλιοθήκη του Εθνικοσοσιαλιστικού Ινστιτούτου του Μονάχου τη διετία 1919-1921 αναδεικνύουν έναν αναγνώστη χωρίς ραχοκοκκαλιά στη σκέψη του. Κάποιον που διαβάζει αχόρταγα, χωρίς όµως να διαθέτει τη «συνοπτική θεώρηση» του καλλιεργηµένου αναγνώστη. Κάποιον που διαβάζει ασταµάτητα προκειµένου να καλύψει τα «κενά» του, χωρίς να αντιλαµβάνεται ότι η κατανόηση δεν είναι ζήτηµα ποσότητας. Ταυτόχρονα, όµως, η σκέψη του αναγνώστη Χίτλερ παραµένει απελπιστικά «κλειστή» καθώς διαβάζει αποκλειστικά ότι µπορεί να του φανεί «χρήσιµο» στους σκοπούς του. Έτσι, όταν, νεαρός ακόµη, νοιώθει ότι ο αντισηµιτισµός του δεν είναι αρκετά στέρεος, σπεύδει να αγοράσει µερικά ρατσιστικά έντυπα της σειράς. Σε αυτό το πλαίσιο, η βιβλιοφιλία του Χίτλερ µοιάζει απόλυτα συµβατή µε το κάψιµο των βιβλίων.
Ακόµη, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι µεγάλο µέρος της συλλογής βιβλίων του Χίτλερ (περί των επτά χιλιάδων τίτλων) αποτελούσαν βιβλία στρατιωτικής ιστορίας και πολεµικά αποµνηµονεύµατα. Σε µια αντιστροφή του γνωστού δόγµατος του Κλαούζεβιτς («ο πόλεµος είναι η συνέχιση της πολιτικής µε άλλα µέσα»), ο Χίτλερ διεξήγαγε πρώτιστα πόλεµο µέσω της πολιτικής και συνεπώς τα δαιβάσµατα του διαµορφώνονταν ανάλογα. Και φυσικά δεν θα µπορούσαν να λείπουν βιογραφίες ιστορικών προσώπων (του Καίσαρα, του Φρειδερίκου, κ.ά.), βιβλία για τον µυστικισµό και Οι Προφητείες του Νοστράδαµου του Καρλ Λόογκ, όπου ο συγγραφέας αναφέρεται στην εµφάνιση ενός «προφήτη που θα απελευθερώσει τον γερµανικό λαό και θα γίνει ξακουστός σε όλο τον κόσµο». ∆ευτερευόντως αξίζει να αναφέρουµε ότι από τη µελέτη του Ryback δεν προκύπτει η επίδραση του Νίτσε και του Σοπενάουερ στη σκέψη του Χίτλερ (αντίθετα, έγραφε ανορθόγραφα το όνοµα του δεύτερου). Αντίθετα, στη σκέψη του Χίτλερ διακρίνεται η επιρροή του σοσιαλιστή Φίχτε- ο κοινωνικός δαρβινισµός, ο αντι-ελιτισµός και στην εξέγερση των µαζών, ο αντισιωνισµός, η µοναδικότητα την οποία απέδιδε στο γερµανικό έθνος. Μάλιστα, η Λένι Ρίφενσταλ όταν ένιωσε πως δυσαρέστησε τον Χίτλερ έσπεύσε να δωρίσει µία πρώτη έκδοση των απάντων του Φίχτε που είχε στην κατοχή της.
Τελικά, ο αναγνώστης της πραγµατικά απολαυστικής περιδιάβασης του Ryback στα αναγνώσµατα του παρανοϊκού δικτάτορα δεν µπορεί παρά να αναλογιστεί τη ρήση του Αλεξάντερ Πόουπ που ο συγγραφέας χρησιµοποιεί ως προµετωπίδα: «Η ηµιµάθεια είναι επικίνδυνη. Σκέψου βαθιά, διαφορετικά να µη γευτείς την πηγή των Μουσών: Εκεί, ρεύµατα επιφανειακά µεθούν το µυαλό, και το νερό της µας φρονιµεύει ξανά».
------------------------------
*Ο ∆ηµήτρης Σκάλκος είναι πολιτικός επιστήµονας-διεθνολόγος, διευθυντής του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών. Πρόφατο βιβλίο του οι Αλήθειες για το Φιλελευθερισµό (Κριτική, 2008).
(∆ηµοσιεύεται στο τεύχος ∆εκεµβρίου του The Books’ Journal)


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου