Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2011

Βιβλιοκριτική "Φύλλα Ελευθερίας"

Η βιβλιοκριτική του Καθηγητή Δημήτρη Δημητράκου όπως δημοσιεύθηκε στο περιοδικό 'The Βook's Journal"

Πώς μπορεί η πολιτική σε μια ανοιχτή κοινωνία, να προστατεύει τον αδύνατο έναντι του ισχυρού, χωρίς να συγκρούεται με την ατομική ελευθερία, η οποία αποτελεί θεμελιακό δικαίωμα; Κάπως έτσι οροθετείται το πολιτικό πρόβλημα που έχει να λύσει κάθε εξουσία που ασκείται στο όνομα της δημοκρατίας σήμερα. Γι αυτό και έχει κεντρική θέση το ζήτημα της σχέσης μεταξύ ελευθερίας και πατερναλισμού, της ανάγκης αυτοδιάθεσης του ατόμου και εξασφάλισής του από βλάβη οποιουδήποτε είδους.

Αυτή είναι η θεματολογία του βιβλίου Φύλλα ελευθερίας [1]. Είναι ένα βιβλίο γεμάτο φρέσκες και δημιουργικές ιδέες που προέρχονται από το φιλελεύθερο χώρο, δηλαδή, ένα χώρο κατασυκοφαντημένο στην Ελλάδα επί τρεις δεκαετίες. Αυτό που αποκαλείται «νεοφιλελευθερισμός» στη χώρα μας είναι η σύγχρονη μορφή του... κλασικού φιλελευθερισμού θεωρείται καταδικαστέος από τους εν Ελλάδι ιδεολογικούς νοητάρχες και ιεροφάντες, αλλά και από τα ΜΜΕ στο σύνολό τους, καθώς και τους πλείστους των πολιτικών. Το κύριο συνενωτικό στοιχείο ανάμεσα σε όλους όσοι αντιτίθενται τόσο σθεναρά στο φιλελευθερισμό είναι η παντελής άγνοια. Μπορεί να πει κανείς για το «νεοφιλελευθερισμό», παραλλάσσοντας την περίφημη φράση που είχε πει ο Τσόρτσιλ το 1940, ότι ουδέποτε έχουν ειπωθεί τόσο πολλά από τόσους πολλούς εναντίον ενός πράγματος το οποίο γνωρίζουν τόσο λίγο.

Ένας τρόπος να μάθουν κάτι για αυτό που δεν γνωρίζουν είναι να αναγνώσουν αυτό το βιβλίο. Έχει, μάλιστα, ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι δεν έχει ακαδημαϊκό χαρακτήρα ή ύφος, παρά το γεγονός ότι ορισμένοι από τους συγγραφείς του είναι καθηγητές πανεπιστημίου. Γράφουν με απλότητα και σαφήνεια, συχνά με προκλητικότητα, με την έννοια ότι οι ιδέες τους είναι πραγματικά νέες και αφοπλιστικά απλές. Αυτό είναι ένα κοινό τους σημείο. Το δεύτερο κοινό σημείο είναι ότι οι ίδιοι είναι αρκετά νέοι – ένας από αυτούς είναι μόλις 28 ετών!

Ένα μεγάλο πρόβλημα του φιλελευθερισμού που έχει επισημανθεί από τον καθηγητή Jonathan Macey[2] κι αυτό είναι η εγγενής του αδυναμία να χρησιμοποιήσει το «χαρτί» του λαϊκισμού, κυρίως όταν ο πολίτης αναζητεί «κοινωνική προστασία», ενώ αυτό που του χρειάζεται είναι ασφάλεια, η όποια μπορεί να του παρέχεται είτε υπό μορφή προστασίας από κάποιον ή υπό τύπον ασφάλειας που του παρέχεται απρόσωπα επ’ αμοιβή από το κράτος ή κάποια ιδιωτική εταιρεία. Η συνήθεια της προσωποποίησης της ασφάλειας τον κάνει να αναζητεί προστάτες. Το πρόβλημα τηςασφάλειας είναι σε τελευταία ανάλυση οικονομικό: είναι αγαθό που παρέχεται με κόστος, άρα αγοράζεται. Η προστασία εξαρτάται από τον προστάτη. Αυτός απαιτεί πολιτικά ανταλλάγματα: πελατειακή σχέση, δηλαδή σχέση πολιτικής εξάρτησης μεσαιωνικού τύπου fidelitas et vasslagium – πίστη και υποταγή. Στη θέση της δημόσιας λογοδοσίας του πολιτικού μπαίνει η πελατειακή σχέση και συναλλαγή, ο λαϊκισμός και η προσοδοθηρία. Φυσικά, τα τρία αυτά στοιχεία συνδέονται και αλληλοτροφοδοτούνται, όπως θα φανεί πιο κάτω.

Συχνά ο (νεο)φιλελευθερισμός κατηγορείται για το ότι ανάγει το άτομο σε συμφεροντολογική μονάδα που δεν λογαριάζει το κοινό συμφέρον. Στο βιβλίο αυτό γίνεται συχνά λόγος για το κοινό συμφέρον(43-51, 53-61), νοούμενο ρεαλιστικά και συγχρόνως ως υποκείμενο σε δημόσια συζήτηση και διαβούλευση. Η κοινώς αποδεκτή αντίληψη για το κοινό συμφέρον είναι ότι είναι πρόδηλο, και ότι η οροθέτησή του δεν αποτελεί πρόβλημα. Το αποτέλεσμα είναι συνηθέστατα ο πατερναλισμός της εκάστοτε κυβέρνησης που ενεργεί στο όνομα του –υποτιθέμενα- αποδεκτού κοινού συμφέροντος. Όχι μόνο αυτό δεν είναι πρόδηλο, αλλά σύμφωνα με τη σύγχρονη φιλελεύθερη αντίληψη, θα πρέπει η οροθέτησή του να γίνεται μετά από δημόσια συζήτηση μέσα από την οποία θα καθορίζεται τι πρέπει να διατίθεται συλλογικά, τι πρέπει να λογίζεται ως κοινωνικά αναγνωρισμένο δημόσιο αγαθό (57). Το δημόσιο αγαθό είναι μια «θετική εξωτερικότητα», ένα αγαθό που δεν μπορεί παρά να το απολαμβάνουν όλοι, όπως ο καθαρός αέρας ή η εθνική ασφάλεια[3]. Με την έννοια αυτή, ορισμένες αξίες, όπως είναι η αριστεία, η κοινωνική ευθύνη στην επιχειρηματική πρακτική, αλλά και γενικές δεοντολογικές αρχές στις οικονομικές συναλλαγές και στην επιχειρηματική πρακτική (11 κ.ε., 60) αποτελούν δημόσια αγαθά. Είναι αναγκαία για την εύρυθμη λειτουργία του συστήματος και η χρήση τους δεν είναι ανταγωνιστική – άλλη μια ιδιότητα του δημόσιου αγαθού- δηλαδή, δεν ζημιώνει κάποιος σε σχέση με άλλον με την κοινή χρήση ενός δημόσιου αγαθού.

Αυτή η προσέγγιση μας δίνει τη δυνατότητα εσωτερίκευσης του κόστους δημόσιων αγαθών εντός του συστήματος. Αλλιώς θεωρούνται οι αξίες ως εξωγενείς μεταβλητές, και ανάγονται σε μια ηθική προστακτική που πρέπει να ισχύει σε όλες τις περιστάσεις, χωρίς να μπαίνει κανείς στον κόπο είτε να εξετάσει αν είναι εφικτή ή επιθυμητή και προτιμητέα η υιοθέτησή τους (57κ.ε)[4].

Όταν δεν γίνεται ελεύθερη και υπεύθυνη συζήτηση πάνω στα θέματα που πραγματεύονται οι συγγραφείς των Φύλλων Ελευθερίας, η καταφυγή στη ρητορεία, τον κρατικό προστατευτισμό και το λαϊκισμό είναι αναπόφευκτη. Ο πολιτικός λόγος του λαϊκισμού προϋποθέτει την ιδέα ότι οι έννοιες του «λαού», του «γενικού καλού», των «δικαιωμάτων», και της «ισότητας» είναι αυτονόητες και α-προβληματικές. Ολόκληρο το βιβλίο μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί μια πολύπλευρη αναιρετική επιχειρηματολογία με στόχο το λαϊκισμό. Μάλιστα, περιέχει ένα εξαιρετικά σαφή και ακριβή ορισμό του λαϊκισμού (χωρίς να κατονομάζεται) που είναι η επιδίωξη της μέγιστης δυνατής ικανοποίησης του εκλογικού σώματος με το ελάχιστο δυνατό πολιτικό κόστος (99). Συναρτάται, με αυτόν τον τρόπο,

το πολιτικό κόστος με το λαϊκισμό, αλλά έμμεσα και με τον κρατισμό, εφόσον μέσα από κρατικές παροχές και ευνοϊκές διατάξεις για οργανωμένα συμφέροντα (συντεχνιακά και άλλα) εξασφαλίζεται η ικανοποίηση μεγάλων τμημάτων του εκλογικού σώματος. Επικουρικά λειτουργούν και οι εθνικιστικές κορώνες του τύπου «Βυθίσατε το Χόρα» (1975), και τα ιδεολογικά συνθήματα κενά πραγματικού περιεχομένου του τύπου «ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει Δεξιά» (1981-89). Το κύριο, όμως, συστατικό στοιχείο του λαϊκισμού είναι το μεγάλο και παναρμόδιο κράτος, διότι μέσα από αυτό ικανοποιούνται οι προσοδοθηρικές προσδοκίες πολύ μεγάλου μέρους του κοινού στη χώρα μας, μια που η προσοδοθηρία είναι βαθύτατα ριζωμένη στην οικονομική και πολιτική μας κουλτούρα[5]. Στο βάθος του λαϊκισμού βρίσκεται η προσοδοθηρική συναλλαγή ανάμεσα στον πολιτικό και τον ψηφοφόρο. Γι αυτό και γίνεται συχνή αναφορά, άμεσα ή έμμεσα στην προσοδοθηρία σ’ αυτό το βιβλίο.

Αν υπάρχει μια υγιής ζήτηση για πραγματική Αλλαγή (για να δώσουμε νόημα στο ψευδεπίγραφο σύνθημα του 1981) αυτή εκδηλώνεται στην επιθυμία να τελειώνουμε με το καθεστώς της προσοδοθηρίας: καθεστώς που άφησε απ’ έξω όλους όσους χρεώνονταν την προσοδοθηρία των άλλων. Όταν, πέρα από την ανακάλυψη ότι αυτό αποτελεί μεγάλη κοινωνική αδικία, οδηγούμαστε και στη χρεοκοπία, αρκετοί «πολιτικοποιημένοι» παλαιάς και νέας κοπής, βλέποντας τις προσοδοθηρικές τους προσδοκίες να ματαιώνονται επιστράτευσαν το τελεσφόρο όπλο της «αγανάκτησης». Όσοι θέλουν πραγματικά να ανακαλύψουν, τούτο τον καιρό του προβληματισμού και της αναζήτησης, τι πρέπει και τι μπορούμε να αλλάξουμε, και όχι απλώς να φωνασκήσουν και να χειρονομήσουν αποδοκιμαστικά, ας διαβάσουν αυτό το βιβλίο. Και ας προσφέρουν κι αυτοί τη δική τους συνεισφορά στα διάφορα fora που αναπτύσσονται αυτόν τον καιρό.

*Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "The Book's Journal"

**O Δημήτρης Δημητράκος είναι Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Συγγραφέας πολλών βιβλίων και άρθρων στα ελληνικά, στα γαλλικά και στα αγγλικά πάνω στη σκέψη του Karl Popper, Friedrich von Hayek, Antonio Gramsci, Isaiah Berlin, καθώς και σε θέματα γύρω από την ελληνική γλώσσα. Βλ. blog του http://ratiovincit.com/

[1] Συλλογικός τόμος (2011) Forum για την Ελλάδα . Συγγραφείς: Ντόρα Μπακογιάννη, Γ. Αναστασόπουλος, Α. Ανδριανόπουλος, Ν. Δήμου, Π .Καζάκος, Η. Καραβόλιας, Κ.Λάβδας, Α.Λυμπεράκη, Π.Μανδραβέλης, Τ.Μίχας, Α.Χ. Παπανδρόπουλος, Χ.Πεϊτσίνης, Γ.Σηρηγιαννίδης, Δ.Σκάλκος, Π.Τήνιος, Α.Χατζής, Α. Χουλιάρας-Μ. Καραγιάννης.

[2] ‘On the Failure of Libertarianism to Capture the Popular Imagintion’. Ellen Frankel Paul, Fred D. Miller Jr., and Jeffrey Paul (1998) Problems of Market Liberalism.. New York: Cambridge University Press σ. 372-411.

[3] Σε αντίθεση με ένα δημόσιο κακό , δηλαδή, μια «αρνητική εξωτερικότητα», όπως είναι η μόλυνση ενός ποταμού από τα λύματα τοπικής βιομηχανικής επιχείρησης.

[4] Επιπλέον, αυτή η προσέγγιση αποβάλλει το «ρομαντικό» στοιχείο από την πολιτική θεώρηση. Βλ. James Buchanan (1979, 1999) ‘Politics Without Romance’. In : The Logical Foundations of Liberty. Indianapolis: Liberty Fund 45-118.

[5] Η προσοδοθηρία (rent seeking) είναι η επιδίωξη απόκτησης προσόδου, συνήθως με πολιτικά μέσα. Η πρόσοδος (rent) με τη γενικότερη έννοια είναι, όπως γράφει ο James Buchanan την ορίζει ως εξής: «η απολαβή μιας τιμής ανώτερης από το κόστος ευκαιρίας ενός οικονομικού αγαθού James Buchanan ό.π. 105. Πρακτικά, μπορεί να θεωρηθεί η απόκτηση ενός οικονομικού πλεονεκτήματος ακόπως λόγω πολιτικής εύνοιας. Γι αυτό και συνδέεται με τη διαπλοκή και συχνά με τη διαφθορά, χωρίς να ταυτίζεται πάντα με αυτές τις πρακτικές.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου